Μπασάνο

Μπασάνο
I
(Bassano). Επώνυμο οικογένειας (αδελφών) Κορσικανών φιλελλήνων.
1. Αντόνιο (; – Ναύπλιο 1836). Όταν άρχισε η Ελληνική Επανάσταση ήρθε στην Ελλάδα και διορίστηκε διοικητής μικρού πολεμικού στόλου στον Αμβρακικό και στον Κορινθιακό κόλπο. Αιχμαλωτίστηκε στην Πρέβεζα, αλλά αργότερα απελευθερώθηκε. Έφτασε στο βαθμό του πλοίαρχου.
2. Πασκάλ (; – 1827). Κατέβηκε στην Ελλάδα μόλις άρχισε η Επανάσταση και αγωνίστηκε κάτω από τις διαταγές του Φαβιέρου. Διακρίθηκε κυρίως στη μάχη του Χαϊδαριού. Σκοτώθηκε στις 6 Μαΐου 1827, κοντά στους Τρεις Πύργους.
II
(Bassano). Οικογένεια Ιταλών ζωγράφων καταγόμενη από την ομώνυμη περιοχή. Η δραστηριότητά της καλύπτει όλον τον 16o αι. έως τις αρχές του 17ου. Ο κυριότερος εκπρόσωπος της οικογένειας ήταν ο Γιάκοπο ντα Πόντε, επονομαζόμενος ιλ Μπασάνο (Μπασάνο, περ. 1517-1592), γιος του Φραντσέσκο του πρεσβύτερου, μέτριου ζωγράφου, που εργάστηκε από το 1501 έως το 1540. Ο Γιάκοπο μαθήτευσε στη Βενετία κοντά στον Μπονιφάτσιο ντε Πιτάτι και επηρεάστηκε από τον Πορντενόνε, τον Τισιανό και τον Τιντορέτο. Από τα πρώτα του έργα φανερώνει εξαιρετική χρωματική ευαισθησία και μια σαφή τάση να μετατρέπει ακόμα και τη θρησκευτική ζωγραφική σε ρωπογραφία («Παναγία του Σοράντσο», «Η Φυγή στην Αίγυπτο», 1536-37 στο Μουσείο του Μπασάνο και «Η Προσκύνηση των Μάγων», 1530-40 στην Εθνική Σκοτική Πινακοθήκη του Εδιμβούργου). Το βίαιο χρώμα με εναλλασσόμενους ψυχρούς και θερμούς τόνους, η ελεύθερη και άνετη σύνθεση, το φως που διαθλάται στα ενδύματα και αντανακλά στο βάθος των πινάκων με τους μακρινούς ορίζοντες είναι χαρακτηριστικά των έργων της ωριμότητάς του (η «Αποτομή του Προδρόμου» στην Κοπεγχάγη, η «Προσκύνηση των ποιμένων» στη Στοκχόλμη και στην Πινακοθήκη Μποργκέζε στη Ρώμη, η «Ανάπαυση κατά τη φυγή στην Αίγυπτο» στην Αμβροσιανή Πινακοθήκη του Μιλάνου). Στα μεταγενέστερα έργα του (όπως η «Σταύρωση», 1562, του Δημοτικού Μουσείου του Τρεβίζο και ο «Άγιος Ρόκκος ανάμεσα στους πανωλόβλητους», 1576, Μιλάνο, Πινακοθήκη Μπρέρα) ο Γιάκοπο έφτασε σχεδόν στην αφαίρεση χρησιμοποιώντας πλατιές λουρίδες ή κηλίδες από καθαρά χρώματα (πράσινα, κόκκινα, κίτρινα) επάνω σ’ ένα ακαθόριστο βάθος. Από τους γιους του, ο Φραντσέσκο ήταν ο πλησιέστερος συνεργάτης και οπαδός του· έργο του είναι η «Άλωση της Πάντοβας» στο ανάκτορο των δόγηδων της Βενετίας· ο Λέανδρος (1553-1622) εφάρμοσε την τεχνοτροπία της τελευταίας περιόδου του πατέρα του στη νεκρή φύση και στην προσωπογραφία. Ο Τζαμπατίστα και ο Τζιρόλαμο ήταν κυρίως αντιγραφείς.
Τμήμα του έργου «Ο άγιος Ρόκκος ανάμεσα στους πανωλόβλητους» (1576), που αποτελεί ένα από τα αριστουργήματα του Ιταλού ζωγράφου Γιάκοπο ντα Πόντε, του αποκαλούμενου Μπασάνο (Πινακοθήκη Μπρέρα, Μιλάνο).

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Look at other dictionaries:

  • Ιταλία — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Ιταλίας Έκταση: 301.230 τ. χλμ. Πληθυσμός: 56.305.568 (2001) Πρωτεύουσα: Ρώμη (2.459.776 κάτ. το 2001)Κράτος της νότιας Ευρώπης. Συνορεύει στα ΒΔ με τη Γαλλία, στα Β με την Ελβετία και την Αυστρία, στα ΒΑ με τη… …   Dictionary of Greek

  • Γκουαριέντο — (Guariento, 14ος αι.).Ιταλός ζωγράφος. Τα χρονολογικά όρια της ζωής του παραμένουν ακαθόριστα, είναι όμως γνωστό ότι ανέπτυξε δραστηριότητα από το 1338 έως το 1368. Οι αρχές της Βενετίας του ανέθεσαν το 1365 να φιλοτεχνήσει τη μεγάλη νωπογραφία… …   Dictionary of Greek

  • έκθεση — Γενικός όρος, με τον οποίο στον τομέα της παραγωγής (υλικής, τεχνολογικής, πνευματικής και καλλιτεχνικής), του εμπορίου και της προπαγάνδας (ακόμα και με την πιο ευρεία έννοιά της) υποδηλώνεται η συγκέντρωση σε καθορισμένο τόπο και χρόνο… …   Dictionary of Greek

  • αναγέννηση — I Χρονική περίοδος της ευρωπαϊκής ιστορίας, που ακολουθεί τον Μεσαίωνα.Με τον όρο Α. (ιταλ. Rinascimento, Rinascita Rinascenza,γαλλ. Renaisance), σε αντιδιαστολή προς τον Μεσαίωνα που θεωρείται περίοδος βαρβαρότητας, χαρακτηρίζεται ένα… …   Dictionary of Greek

  • βιβλίο — Σύνολο φύλλων χαρτιού, περγαμηνής ή άλλου υλικού, τυπωμένων ή χειρόγραφων, δεμένων μαζί ώστε να αποτελούν έναν τόμο, προορισμένο για κυκλοφορία. Η ιστορία του β. καλύπτει μια περίοδο πάνω από 5.000 ετών και είναι κατά μεγάλο μέρος ιστορία του… …   Dictionary of Greek

  • προσωπογραφία — Ζωγραφική απεικόνιση των σωματικών χαρακτηριστικών ενός προσώπου. Η τέχνη της π. απέκτησε με τον καιρό διάφορες σημασίες και ερμηνείες σε στενή συνάφεια με τον πολιτισμό και τις αισθητικές τάσεις της κάθε εποχής. Στη Μεσοποταμία και στην αρχαία… …   Dictionary of Greek

  • συντήρηση — Στην καλλιτεχνική ορολογία ο όρος σημαίνει την επέμβαση που γίνεται με οποιονδήποτε τρόπο για να παρατείνει τη ζωή ενός έργου τέχνης και να αποκαταστήσει στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό την αρχική του μορφή. Η βάση επομένως της εργασίας της σ. είναι… …   Dictionary of Greek

  • τοπιογραφία — Ζωγραφική που έχει αποκλειστικό θέμα το τοπίο. Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να συλλάβει και να εικονίσει ο ζωγράφος ένα τοπίο. Είναι π.χ. δυνατό να είναι απλώς ένα διακοσμητικό φόντο, που προορίζεται να καλύψει ένα κενό πίσω από το κύριο θέμα του… …   Dictionary of Greek

  • τράπουλα — Η καταγωγή της τ. είναι αβέβαιη, γιατί οι παραδόσεις κατά τις οποίες τα τραπουλόχαρτα εφευρέθηκαν στην Ινδία ή στην Κίνα δεν στηρίζονται σε βέβαιες μαρτυρίες. Οπωσδήποτε όμως είναι βέβαιο πως η τ. δεν είναι ευρωπαϊκή εφεύρεση. Λέγεται ότι στην… …   Dictionary of Greek

  • Βένετο — I (Veneto ή Venézia Euganea). Ιστορική και διοικητική περιφέρεια (18.365 τ. χλμ., 4.487.560 κάτ. το 2000) της ΒΑ Ιταλίας, στο ΒΑ γεωγραφικό διαμέρισμα της χώρας. Διοικητικά αποτελείται από επτά επαρχίες: Μπελούνο, Πάντοβα, Ροβίγκο, Τρεβίζο,… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”